An Entity of Type: Thing, from Named Graph: http://dbpedia.org, within Data Space: dbpedia.org

Will, generally, is a faculty of the mind - within philosophy, will is important as one of the parts of the mind, along with reason and understanding. It is considered central to the field of ethics because of its role in enabling deliberate action.

Property Value
dbo:abstract
  • Vůle z hlediska psychologie je záměrné, vědomé úsilí směřující k dosažení cíle. Jedná se o motivované chování, které umožňuje vědomou regulaci chování tzv. volní akt. Základními znaky vůle jsou vědomé jednání, přeměna fyziologické energie v kinetickou, kontrola funkce popudů. Pojem vůle psychologie chápe i šířeji, jako soubor vlastností osobnosti souvisejících se sebekontrolou. Ta byla nutná už od výroby sofistikovanějších nástrojů. (cs)
  • Der Begriff Wille (Altsächsisch/Althochdeutsch willio = ‚Wille‘; vgl. lateinisch velle, ‚wollen‘, lateinisch voluntas, ‚Wille‘, lateinisch volitio, ‚Willensakt‘) ist ein in vielen Fachgebieten unterschiedlich interpretierter Begriff, der allgemein das Entwickeln von gedanklichen Vorstellungen in die Realität durch Handlungen bedeutet. (de)
  • الإرادة هي تصميم واعٍ على أداء فعل معين، ويستلزم هدفاً ووسائل لتحقيق هذا الهدف، بالإضافة إلى العمل الإرادي، وليد قرار ذهني سابق. أوضح إنجلز أن حرية الإرادة لا تعني شيئاً إلا المقدرة على اتخاذ القرارات بمعرفة الذات. أن الطابع الإرادي لفعل ما، يظهر بوضوح شديد حينما يتعين على شخص أن يتغلب على عقبات معينة، خارجية أو داخلية، ليحقق هدفه والمرحلة الأولى لفعل إرادي تكمن في وضع الهدف واستيعابه، ويتبع هذا قرار الفعل واختيار أنجح وسائل الفعل. ولايمكن وصف فعل بأنه فعل إرادة إلا إذا كان تنفيذاً لقرار ذاتي، وقوة الإرادة ليست منحة من الطبيعة، فالمهارة والمقدرة في اختيار هدف ما، واتخاذ قرارات سليمة وتنفيذها، وإتمام ما بدئ فيه هي ثمار معرفة وخبرة وتربية ذاتية. (ar)
  • Βούληση καλείται η ικανότητα του ατόμου να θέτει σκοπούς / στόχους και να αποφασίζει να τους πραγματοποιεί. Ισχυρή βούληση παρέχει στα άτομα μεγάλες δυνατότητες να πετύχουν σπουδαία πράγματα και να υπερπηδήσουν εμπόδια που θέτει το περιβάλλον, αλλά και η κληρονομικότητα (Δημοσθένης). Σύμφωνα με μια άποψη υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ταύτιση της βούλησης με τα κίνητρα, που αποτελούν εσωτερικές παρορμήσεις. Ωστόσο αυτή η περιγραφή της βούλησης σαν εσωτερικής παρόρμησης έρχεται κατά μία έννοια σε αντίθεση με την άποψη κάποιων φιλοσόφων, που θεωρούν ότι η βούληση είναι η ικανότητα του ατόμου να πείσει τον εαυτό του με βάση τη λογική για την αναγκαιότητα ή π.χ. την ωφέλεια να πράξει το Α ή να πράξει το Β. Εναπόκειται τότε στο άτομο να την καθορίζει και διαφέρει εντελώς από την αυθόρμητη επιθυμία, όρεξη, ορμή ή παρόρμηση, είτε αυτή είναι «εσωτερική» είτε «εξωτερική». Για παράδειγμα, ο Καντ ταυτίζει τη βούληση, όταν αυτή είναι βούληση για πραγματοποίηση ηθικής πράξης, με τον καθαρό πρακτικό Λόγο (όπως τον ονομάζει). Ή ακριβέστερα θέτει ως όρο καθορισμού της βούλησης, ή τέλος πάντων της έννοιας της βούλησης όπως την εννοεί ο Καντ, τον πρακτικό Λόγο, την καθαρή από κάθε εμπειρικό στοιχείο αιτιολόγηση των πράξεων, τα πέρα από κάθε εμπειρικό στοιχείο κριτήρια καθορισμού των πράξεων. Η έννοια της βούλησης είναι κεντρική στην ηθική φιλοσοφία και παρουσιάζει προβλήματα που θεωρούνται από πολλούς ότι παραμένουν άλυτα. Ένα από αυτά είναι η διαφωνία που υπάρχει μεταξύ των φιλοσόφων σχετικά με τη φύση της θέλησης ή βούλησης και αν αυτή μπορεί να είναι ελεύθερη, το περιβόητο πρόβλημα της ελεύθερης θέλησης. Το πρόβλημα αυτό είναι σημαντικό, μεταξύ άλλων, διότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι μόνο αν υπάρχει ελεύθερη θέληση μπορεί το άτομο να θεωρείται υπεύθυνο για τις πράξεις του, και άρα τελικά μόνο τότε έχει νόημα η ίδια η έννοια της ηθικότητας. Δίνεται το παράδειγμα του σαρκοφάγου ζώου που σκοτώνει το θήραμα του ακολουθώντας τα ένστικτα του, όντας «προγραμματισμένο» έτσι από τη φύση του και χωρίς βέβαια ελεύθερη επιλογή. Επίσης, μια ευρύτερη (αν και ταυτόχρονα ασαφής) έννοια της βούλησης: η βούληση του Θεού, η βούληση του ανώτατου άρχοντα, η βούληση του λαού κ.ο.κ., έχει κεντρική θέση σε συγκεκριμένη κλασσική εκδοχή της πολιτικής φιλοσοφίας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να υπάρξουν καταφατικές δηλώσεις σχετικά με το τι πρέπει να είναι το Δίκαιο, αλλά πάντα αυτό ανάγεται σε μια κυρίαρχη βούληση. (el)
  • Volo estas kapablo rilate al deziro, intenco, decido aŭ bezono pri io aŭ iu. Voli ofte implicas intencon fari ion por realigi la deziratan. Al kelkaj skoloj, volo estas la ĉeffaktoro de la mensa vivo. Volo devenas de pensado kaj tradukiĝas per agoj. Volo sen eblo de agado estas simpla deziro kaj agado per instinkto ne estas vola. (eo)
  • Nahia pertsona baten egoera mental berezia da, zerbait egin, pentsatu eta sentitzera bultzatzen duena, bat lortzearren. beste definizio baten arabera, nahiak emozio eta portaeraren arteko erlazioa bideratzen duena da. Bereziki filosofian, psikologian eta ekonomian aztertzen da, maiz aski ezberdinak diren interpretazioekin. Orobat, eztabaida dago nahi guztiak kontzeptu berari dagozkion ala ez: teoria ekonomiko zenbait ez dituzte bereizten nahiak eta beharrak; beste batzuen arabera, une batean edari freskagarri bat nahi izatea eta mundua konkistatu nahi izatearen artean funtsezko diferentziak daude; filosofian eta erlijioan, berriz, nahiak eta desirak bereizi izan dira. (eu)
  • La voluntad es la actitud de decidir y ordenar la propia conducta. Propiedad que se expresa de forma consciente en el ser humano, para realizar algo con intención de un resultado. (es)
  • La volonté désigne généralement la faculté d'exercer un libre choix gouverné par la raison, et en particulier en philosophie morale la faculté qu'a la raison de déterminer une action d'après des « normes » ou des principes (moraux, notamment). En cela elle peut être considérée comme une vertu. Elle se distingue du désir qui peut être incontrôlé ou irrationnel, et de la spontanéité des instincts naturels dont la réalisation ne fait appel à aucune délibération. La volonté est vue par certains philosophes comme l'expression d'un libre arbitre chez un sujet, par exemple entre ses désirs actuels et ses souhaits futurs ; d'autres considèrent néanmoins qu'elle est elle-même déterminée. Le mot désigne aussi la manifestation de sa capacité de choisir par lui-même sans coercition particulière. Pour de nombreux philosophes, comme Kant et Descartes, la volonté est une faculté proprement humaine, puisqu'elle transcende les tendances naturelles de l'homme et lui permet de se gouverner librement, à l'encontre de (ou par-delà) ces tendances. D'autres conceptions philosophiques, comme celle des épicuriens, définissent la volonté elle-même (ainsi d'ailleurs que la raison) comme faculté naturelle visant à réguler le comportement, et à ce titre applicable aussi aux animaux, contrairement à l'entendement. Chez Schopenhauer, le concept de volonté ou vouloir-vivre, assimilé à la chose en soi, désigne la force « initiale et inconditionnée » qui est à l'origine du monde phénoménal ; c'est « la seule expression vraie de la plus intime essence du monde. Tout aspire et s’efforce à l'existence, et si possible à l’existence organique, c’est-à-dire la vie, et, une fois éclose, à son plus grand essor possible. » Le concept de volonté est lié à la conception que l'on se fait de la raison. De cette conception dépendent aussi les notions de liberté et de responsabilité, qui posent les fondements de la morale et du droit. Les questions relatives à la notion de volonté se rapportent donc à l'éthique (ou philosophie morale), en particulier à la théorie de l'action, mais aussi à la philosophie du droit. (fr)
  • 意志(いし、英: will)は、目標を定めてその達成のために行為を促す自発的な気持ちや思考を意味する。複雑な哲学概念として、よく異なる形式に定義されている。 (ja)
  • 의지(意志)는 처음 이자 시작이며 존재 이자 자유이고 기의 생으로 인한 작용이다. 불교에서 의지(意志)는 심조작성(心造作性)의 성질 즉 사(思)의 마음작용을 가리킨다. (ko)
  • Will, generally, is a faculty of the mind - within philosophy, will is important as one of the parts of the mind, along with reason and understanding. It is considered central to the field of ethics because of its role in enabling deliberate action. One of the recurring questions discussed in the Western philosophical tradition is that of free will - and the related, but more general notion of fate - which asks how the will can be truly free if a person's actions have either natural or divine causes which determine them. In turn, this is directly connected to discussions on the nature of freedom and to the problem of evil. (en)
  • De wil is het bewuste vermogen van de mens om van een gedachte of een geheel van gedachten, een plan, over te gaan naar een handeling om een toestand te bestendigen, te veranderen of te doen ingaan. (nl)
  • Во́ля — феномен регуляции субъектом своей деятельности и поведения. Воля отвечает за создание (формирование) целей и концентрацию внутренних усилий на их достижение. Воля — это не физическая, не эмоциональная, и не всегда сознательная деятельность человека; но деятельность, указывающая на ценностные характеристики цели выбранного действия. Человек, осуществляя волевые действия, противостоит импульсивным желаниям. (ru)
  • Wola – cecha jednostek przeważnie samoświadomych, umożliwiająca i wspomagająca reagowanie, ogólne działanie i podejmowanie świadomych decyzji. Byty niesamoświadome mogą posiadać wolę, jednak, z natury rzeczy nie są świadome jej posiadania (np. zwierzęta). Inne byty niesamoświadome (np. rośliny) nie posiadają woli, mogą jedynie reagować na zmiany. (pl)
  • Vontade é a capacidade através da qual tomamos posição frente ao que nos aparece. Diante de um fato, podemos desejá-lo ou rejeitá-lo. Ante um pensamento, podemos afirmá-lo, negá-lo ou suspender o juízo sobre ele. (pt)
  • Vilja eller volition kallas den mentala kapacitet som innebär att man utövar medveten kontroll över sitt tänkande och handlande. Begreppet är centralt inom filosofin, psykologin och kognitionsvetenskapen. Förutom oenigheten kring hur man ska definiera begreppet råder också oenighet kring hur människor får kunskap om sina egna viljeattityder. En annan central frågeställning inom det filosofiska studiet av viljan är dess förhållande till känslor och förnuftet. Involverar känslor alltid viljeattityder? Är viljan bestämd av förnuftet? (sv)
  • Во́ля — потреба у подоланні труднощів. (uk)
  • 意志作为一个复杂的哲学概念,它经常被定义成不同的形式。 (zh)
dbo:thumbnail
dbo:wikiPageExternalLink
dbo:wikiPageID
  • 79432 (xsd:integer)
dbo:wikiPageLength
  • 44627 (xsd:nonNegativeInteger)
dbo:wikiPageRevisionID
  • 1074105584 (xsd:integer)
dbo:wikiPageWikiLink
dbp:wikiPageUsesTemplate
dct:subject
rdf:type
rdfs:comment
  • Vůle z hlediska psychologie je záměrné, vědomé úsilí směřující k dosažení cíle. Jedná se o motivované chování, které umožňuje vědomou regulaci chování tzv. volní akt. Základními znaky vůle jsou vědomé jednání, přeměna fyziologické energie v kinetickou, kontrola funkce popudů. Pojem vůle psychologie chápe i šířeji, jako soubor vlastností osobnosti souvisejících se sebekontrolou. Ta byla nutná už od výroby sofistikovanějších nástrojů. (cs)
  • Der Begriff Wille (Altsächsisch/Althochdeutsch willio = ‚Wille‘; vgl. lateinisch velle, ‚wollen‘, lateinisch voluntas, ‚Wille‘, lateinisch volitio, ‚Willensakt‘) ist ein in vielen Fachgebieten unterschiedlich interpretierter Begriff, der allgemein das Entwickeln von gedanklichen Vorstellungen in die Realität durch Handlungen bedeutet. (de)
  • الإرادة هي تصميم واعٍ على أداء فعل معين، ويستلزم هدفاً ووسائل لتحقيق هذا الهدف، بالإضافة إلى العمل الإرادي، وليد قرار ذهني سابق. أوضح إنجلز أن حرية الإرادة لا تعني شيئاً إلا المقدرة على اتخاذ القرارات بمعرفة الذات. أن الطابع الإرادي لفعل ما، يظهر بوضوح شديد حينما يتعين على شخص أن يتغلب على عقبات معينة، خارجية أو داخلية، ليحقق هدفه والمرحلة الأولى لفعل إرادي تكمن في وضع الهدف واستيعابه، ويتبع هذا قرار الفعل واختيار أنجح وسائل الفعل. ولايمكن وصف فعل بأنه فعل إرادة إلا إذا كان تنفيذاً لقرار ذاتي، وقوة الإرادة ليست منحة من الطبيعة، فالمهارة والمقدرة في اختيار هدف ما، واتخاذ قرارات سليمة وتنفيذها، وإتمام ما بدئ فيه هي ثمار معرفة وخبرة وتربية ذاتية. (ar)
  • Volo estas kapablo rilate al deziro, intenco, decido aŭ bezono pri io aŭ iu. Voli ofte implicas intencon fari ion por realigi la deziratan. Al kelkaj skoloj, volo estas la ĉeffaktoro de la mensa vivo. Volo devenas de pensado kaj tradukiĝas per agoj. Volo sen eblo de agado estas simpla deziro kaj agado per instinkto ne estas vola. (eo)
  • La voluntad es la actitud de decidir y ordenar la propia conducta. Propiedad que se expresa de forma consciente en el ser humano, para realizar algo con intención de un resultado. (es)
  • 意志(いし、英: will)は、目標を定めてその達成のために行為を促す自発的な気持ちや思考を意味する。複雑な哲学概念として、よく異なる形式に定義されている。 (ja)
  • 의지(意志)는 처음 이자 시작이며 존재 이자 자유이고 기의 생으로 인한 작용이다. 불교에서 의지(意志)는 심조작성(心造作性)의 성질 즉 사(思)의 마음작용을 가리킨다. (ko)
  • De wil is het bewuste vermogen van de mens om van een gedachte of een geheel van gedachten, een plan, over te gaan naar een handeling om een toestand te bestendigen, te veranderen of te doen ingaan. (nl)
  • Во́ля — феномен регуляции субъектом своей деятельности и поведения. Воля отвечает за создание (формирование) целей и концентрацию внутренних усилий на их достижение. Воля — это не физическая, не эмоциональная, и не всегда сознательная деятельность человека; но деятельность, указывающая на ценностные характеристики цели выбранного действия. Человек, осуществляя волевые действия, противостоит импульсивным желаниям. (ru)
  • Wola – cecha jednostek przeważnie samoświadomych, umożliwiająca i wspomagająca reagowanie, ogólne działanie i podejmowanie świadomych decyzji. Byty niesamoświadome mogą posiadać wolę, jednak, z natury rzeczy nie są świadome jej posiadania (np. zwierzęta). Inne byty niesamoświadome (np. rośliny) nie posiadają woli, mogą jedynie reagować na zmiany. (pl)
  • Vontade é a capacidade através da qual tomamos posição frente ao que nos aparece. Diante de um fato, podemos desejá-lo ou rejeitá-lo. Ante um pensamento, podemos afirmá-lo, negá-lo ou suspender o juízo sobre ele. (pt)
  • Vilja eller volition kallas den mentala kapacitet som innebär att man utövar medveten kontroll över sitt tänkande och handlande. Begreppet är centralt inom filosofin, psykologin och kognitionsvetenskapen. Förutom oenigheten kring hur man ska definiera begreppet råder också oenighet kring hur människor får kunskap om sina egna viljeattityder. En annan central frågeställning inom det filosofiska studiet av viljan är dess förhållande till känslor och förnuftet. Involverar känslor alltid viljeattityder? Är viljan bestämd av förnuftet? (sv)
  • Во́ля — потреба у подоланні труднощів. (uk)
  • 意志作为一个复杂的哲学概念,它经常被定义成不同的形式。 (zh)
  • Βούληση καλείται η ικανότητα του ατόμου να θέτει σκοπούς / στόχους και να αποφασίζει να τους πραγματοποιεί. Ισχυρή βούληση παρέχει στα άτομα μεγάλες δυνατότητες να πετύχουν σπουδαία πράγματα και να υπερπηδήσουν εμπόδια που θέτει το περιβάλλον, αλλά και η κληρονομικότητα (Δημοσθένης). Σύμφωνα με μια άποψη υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ταύτιση της βούλησης με τα κίνητρα, που αποτελούν εσωτερικές παρορμήσεις. Ωστόσο αυτή η περιγραφή της βούλησης σαν εσωτερικής παρόρμησης έρχεται κατά μία έννοια σε αντίθεση με την άποψη κάποιων φιλοσόφων, που θεωρούν ότι η βούληση είναι η ικανότητα του ατόμου να πείσει τον εαυτό του με βάση τη λογική για την αναγκαιότητα ή π.χ. την ωφέλεια να πράξει το Α ή να πράξει το Β. Εναπόκειται τότε στο άτομο να την καθορίζει και διαφέρει εντελώς από την αυθόρμητη επιθυμία, όρ (el)
  • Nahia pertsona baten egoera mental berezia da, zerbait egin, pentsatu eta sentitzera bultzatzen duena, bat lortzearren. beste definizio baten arabera, nahiak emozio eta portaeraren arteko erlazioa bideratzen duena da. (eu)
  • La volonté désigne généralement la faculté d'exercer un libre choix gouverné par la raison, et en particulier en philosophie morale la faculté qu'a la raison de déterminer une action d'après des « normes » ou des principes (moraux, notamment). En cela elle peut être considérée comme une vertu. Elle se distingue du désir qui peut être incontrôlé ou irrationnel, et de la spontanéité des instincts naturels dont la réalisation ne fait appel à aucune délibération. La volonté est vue par certains philosophes comme l'expression d'un libre arbitre chez un sujet, par exemple entre ses désirs actuels et ses souhaits futurs ; d'autres considèrent néanmoins qu'elle est elle-même déterminée. Le mot désigne aussi la manifestation de sa capacité de choisir par lui-même sans coercition particulière. (fr)
  • Will, generally, is a faculty of the mind - within philosophy, will is important as one of the parts of the mind, along with reason and understanding. It is considered central to the field of ethics because of its role in enabling deliberate action. (en)
rdfs:label
  • إرادة (ar)
  • Voluntat (filosofia) (ca)
  • Vůle (psychická vlastnost) (cs)
  • Βούληση (el)
  • Wille (de)
  • Volo (eo)
  • Voluntad (es)
  • Nahi (eu)
  • Volonté (philosophie) (fr)
  • Kehendak (filsafat) (in)
  • 意志 (ja)
  • Volontà (it)
  • 의지 (ko)
  • Will (philosophy) (en)
  • Wola (psychologia) (pl)
  • Wil (begrip) (nl)
  • Vontade (pt)
  • Vilja (sv)
  • Воля (uk)
  • Воля (философия) (ru)
  • 意志 (zh)
owl:sameAs
prov:wasDerivedFrom
foaf:depiction
foaf:isPrimaryTopicOf
is dbo:mainInterest of
is dbo:notableIdea of
is dbo:wikiPageDisambiguates of
is dbo:wikiPageRedirects of
is dbo:wikiPageWikiLink of
is dbp:mainInterests of
is foaf:primaryTopic of
Powered by OpenLink Virtuoso    This material is Open Knowledge     W3C Semantic Web Technology     This material is Open Knowledge    Valid XHTML + RDFa
This content was extracted from Wikipedia and is licensed under the Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 Unported License